Πραγματεία για τις αποχρώσεις της θάλασσας και του ουρανού στη Λευκάδα Του Μεγακλή Ρογκάκου, Ιστορικού Τέχνης MA MA PhD
«Όσο η τέχνη έχει λιγότερη σχέση με την πραγματικότητα, τόσο είναι καλύτερη.» [Ρότζερ Φράυ, Όραμα και Σχέδιο, Λονδίνο, 1920]
Η Λευκάδα είναι ομφαλικό σημείο της γης όπου ενώνεται η θάλασσα με τον ουρανό. Ένας λευκός βράχος αναμεταξύ του υδάτινου και αέρινου στοιχείου. Σημείο ισορροπίας της γαλήνης με την ταραχή. Ο Κώστας Γλένης είναι γέννημα της Λευκάδας και γαλουχήθηκε από αυτήν. Με φυσικό και αβίαστο τρόπο έγινε ζωγράφος εικόνων αφιερωμένων στο μεγαλείο της φύσης εκεί. Αισθανόμενος το θαύμα του τόπου εναρμονίστηκε με τις ενέργειές του – ήρεμες και έντονες, γόνιμες και καταστρεπτικές, αρχέγονες και τρέχουσες. Στο πέρασμα του χρόνου μυήθηκε στα μυστήριά του χώρου και βρήκε ευαίσθητους τρόπους να τον αναπαραστήσει όπως του πρέπει, με τη δέουσα ευλάβεια, ταπεινότητα και σεβασμό. Η θάλασσα και ο ουρανός αποτελούν κορύφωση της μυσταγωγίας στη φύση. Το ύδωρ είναι ο πλακούντας και το σάλιο, ο αγέρας είναι το πνεύμα και η πνοή. Η μεταξύ τους ερωτική σχέση γεννά την ίδια τη Λευκάδα – ευλογία, ευχή και φυλαχτό. Τα προκείμενα έργα του Γλένη καταγράφουν μυσταγωγικά αυτή την ιερή σχέση στο μεγαλείο της φυσικότητάς της. Οι πίνακες του παρόντος κύκλου παρουσιάζουν ψυχρές αποχρώσεις σε ποικίλες συνθέσεις και σχηματισμούς – αγγίγματα, αντικρίσματα, αντιστίξεις, διατρήσεις, διεισδύσεις, εγκολπώσεις, εκρήξεις, κατακρημνίσεις, παραθέσεις, πλαισιώσεις, προσμίξεις, στροβιλισμούς, συγκρούσεις, χαϊδέματα και φωτοσκιάσεις. Αφορούν ενεργειακές σχέσεις, που παραπέμπουν ευρύτερα στο μυστήριο του κόσμου –γέννηση, έρωτα και θάνατο. Τα έργα του Γλένη είναι αισθαντικές τοπιογραφίες, παράθυρα στη καρδιά και τη ψυχή της γενέθλιαςκαι γενεσιουργού νήσου. Ως τέτοια, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη του σύγχρονου πολιτισμού του ιονίου χώρου.
Αθήνα, Μάιος 2024
Σημείωση: Τα έργα του Κώστα Γλένη συγγενεύουν με τη ζωγραφική των χρωματικών πεδίων, υποκατηγορία του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, που εγνώρισε από τον Θεόδωρο Στάμο. Τον όρο πρότεινε ο Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ (1909-1994) το 1960 για να χαρακτηρίσει τη μετάβαση από τον πίνακα-παράθυρο στον μονόχρωμο πίνακα-πεδίο, δηλαδή σε μία κατηγορία αφηρημένης ζωγραφικής άλλης κλίμακας και με τάση επέκτασης στο άπειρο, εξαΰλωσης και κάλυψης ολόκληρου του οπτικού πεδίου του θεατή. Επηρεασμένος από τους καλλιτέχνες Μπάρνετ Νιούμαν (1905-1970), Μαρκ Ρόθκο (1903-1970) και Κλίφορντ Στιλ (1904-1980), παρατήρησε ότι το σχήμα εγγυάται την καθαρότητα και την ένταση που απαιτείται για την υποβολή του ακαθόριστου χώρου. Σε αυτούς τους καλλιτέχνες, το χρώμα απαλλαγμένο από τις εντοπιστικές και συνδετικές του λειτουργίες, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία. Κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της μονόχρωμης ή σχεδόν μονόχρωμης ζωγραφικής. Η λειτουργία του δεν είναι να διαφοροποιηθεί από τον υπόλοιπο πίνακα ή να γεμίσει μία επιφάνεια ή ένα επίπεδο, αλλά συνηγορεί μόνο για τον εαυτό του. Η ένταση του χρώματος εξαρτάται από την έκτασή του και με τον τρόπο αυτό οι πίνακες περιλαμβάνουν μόνον έναν περιορισμένο αριθμό χρωμάτων, δύο ή τρία, που έχουν απλωθεί σχετικά ομοιόμορφα και απρόσωπα, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε αναγλυφοποίηση της χρωστικής μάζας και της πινελικής χειρονομίας. Προφανώς, η πίστη των αφηρημένων εξπρεσιονιστών στην ανάγκη μορφοποίησης της εσωτερικής εμπειρίας, που είναι πιο αυθεντική από το αντικειμενικό γεγονός και το φαινόμενο, καθιστά αναπόφευκτα δύσκολη την πρόσβαση στο έργο τους. Αυτή η ζωγραφική απαιτεί ένα έτερο είδος κριτικής, που διακρίνει τις ιδιαίτερες ποιότητες της δράσης του δημιουργού. Ο θεατής απαγκιστρώνεται από το ένα και μοναδικό σημείο θέασης και αφήνεται ελεύθερος να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο έργα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν και με φορά άλλη από την καθορισμένη. [Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Παρισιού, Ομάδες, Κινήματα, Τάσεις της Σύγχρονης Τέχνης μετά το 1945. Αθήνα: Εξάντας, 1991]
























